Διαβάστε στη συνέχεια το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Αντώνη Καρακούση που δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» με τίτλο, «Αλέξης Τσίπρας: Στον δρόμο της επιστροφής με νέο κόμμα»:
“Η αυγή του 2024 βρίσκει τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης κατακερμαστισμένες, αδύναμες και ανίκανες, επί του παρόντος τουλάχιστον, να αντιμετωπίσουν με αξιώσεις τον ισχυρό προγραμματικά, οργανωτικά και ιδεολογικά διευρυνόμενο κυβερνητικό νεοδημοκρατικό σχηματισμό.

Το 2023 υπήρξε προβληματικό τόσο για τη μείζονα όσο και για την ελάσσονα αντιπολίτευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε κατά κράτος στις διπλές εκλογές του περασμένου Μαΐου και Ιουνίου, απώλεσε σχεδόν 1 εκατομμύριο ψηφοφόρους, ο μέχρι τότε τροπαιούχος αρχηγός του Αλέξης Τσίπρας αναγκάστηκε σε παραίτηση και το άλλοτε κραταιό κόμμα της Αριστεράς βίωσε οδυνηρή και απρόσμενη στην εξέλιξή της εσωτερική διαδικασία διαδοχής, που το οδήγησε στη διάσπαση και στην έτι περαιτέρω συρρίκνωση των δυνάμεών του.

Οι αδυναμίες ΣΥΡΙΖΑ και ΠαΣοΚ
Η εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη απεδείχθη, αν μη τι άλλο, άγονη πολιτικά και ιδεολογικά προβληματική, ανίκανη εν πολλοίς να δημιουργήσει συνθήκες δυναμικής επανάκαμψης. Αλλά και το νέο σχήμα που προέκυψε από τη διάσπαση δεν φαίνεται να αποδίδει τα αναμενόμενα από τους ηγήτορες της προσπάθειας.

Από εκεί και πέρα, το ΠαΣοΚ του Νίκου Ανδρουλάκη κατάφερε μεν να ενισχυθεί αλλά ακόμη δεν έχει κερδίσει την ηγεσία της αντιπολίτευσης και κατά τα φαινόμενα θα χρειαστεί χρόνο και επίπονες προσπάθειες προκειμένου να αναδειχθεί σε αξιόμαχο διεκδικητή της εξουσίας.

Το ΚΚΕ του Δημήτρη Κουτσούμπα, από την άλλη πλευρά, προσπαθεί να καλύψει τα όποια αντιπολιτευτικά κενά, αλλά περιχαρακωμένο όπως είναι στο κάστρο της ιδεολογικής καθαρότητας δεν μπορεί, κατά τα φαινόμενα, να καταστεί ηγεμονική δύναμη της αντιπολίτευσης.

Αλλά και στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας οι πολλές μικρές εθνικιστικές, λαϊκιστικές και θρησκευτικές δυνάμεις είναι πολυδιασπασμένες και ανίκανες, επί του παρόντος, να συγκροτήσουν ενιαίο μέτωπο στη βάση της ταυτοτικής ατζέντας που υπηρετούν.

Σε αυτές τις συνθήκες περισσεύουν τόσο ο προβληματισμός όσο και οι αναζητήσεις ειδικά στον ευρύτερο κύκλο της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης. Δυνάμεις και προσωπικότητες κινούνται δυναμικά τούτο τον καιρό προς την κατεύθυνση συνολικής ανασύνταξης και ανασυγκρότησης του ευρύτερου αυτού χώρου.

Οσο περνά ο καιρός και σχεδόν επιβεβαιώνεται ότι οι ευρωεκλογές της 9ης Ιουνίου του τρέχοντος νέου έτους θα αναδείξουν κατά βάση, πέρα από την όποια κυβερνητική φθορά, το αντιπολιτευτικό κενό, τόσο αυξάνονται οι προπαρασκευαστικές κινήσεις για την ανάδειξη ενός νέου σχήματος ικανού να αντιμετωπίσει τη νεοδημοκρατική κυριαρχία.

Περιττό να σημειώσουμε ότι ο κ. Μητσοτάκης θα δώσει αγώνα νέας επικράτησης και πλήρους επιβεβαίωσης της πολιτικής του κυριαρχίας στις επερχόμενες ευρωεκλογές. Ο ίδιος προετοιμάζεται από τώρα για το συνέδριο του κόμματός του που θα προηγηθεί, καθώς συμπίπτει με τους εορτασμούς για τα πενηντάχρονα της Νέας Δημοκρατίας και κατά τις τρέχουσες πληροφορίες με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «ανθεκτικότητα, αναγέννηση και μεταρρυθμίσεις» προτίθεται να περιοδεύσει σε όλη τη χώρα και να ηγηθεί των σχετικών προσυνεδριακών διαδικασιών.

Στη βάση των παραπάνω διαπιστώσεων και εκτιμήσεων ο κύκλος του Αλέξη Τσίπρα δείχνει ενεργός και κινητικός. Ο άλλοτε αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ προετοιμάζει συστηματικά και οργανωμένα την επιστροφή του. Οι συνομιλητές και οι στενότεροι των συνεργατών του δεν κρύβονται πια.

Τα ευρωπαϊκά ταξίδια και οι συνεχείς επαφές του δεν έχουν άλλον σκοπό παρά τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για κάτι καινούργιο και συνάμα δυναμικό και ικανό να προσπεράσει τον νεοδημοκρατικό μονόδρομο και τη σχεδόν ομογενοποιημένη επιχειρηματολογία της μιας και μόνης άποψης για την πορεία της χώρας.

Οι στενότεροι των συνεργατών του κ. Τσίπρα που τον συνοδεύουν στα ταξίδια του στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν ως βραχυπροθεσμοπαθή τον ορίζοντα του κ. Μητσοτάκη. Εκτιμούν ότι πολιτεύεται με γνώμονα τα επόμενα δύο-τρία χρόνια, ότι ικανοποιείται από τις τρέχουσες επιδόσεις της ρηχής ανάπτυξης του 2%-2,5%, επαναπαύεται από τις τρέχουσες επιδόσεις του τουρισμού και των φθηνών χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο Ανάκαμψης επενδύσεων, αναμένει σχεδόν τα πάντα από τους αυτόνομους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς της ανοιχτής και ελεύθερης οικονομίας, στηρίζεται στην «καλοσύνη» των πλουσίων και δεν παλεύει να δημιουργήσει ισχυρές παραγωγικές βάσεις ανάπτυξης και προόδου, τις μόνες ικανές να οδηγήσουν με βεβαιότητα τους Ελληνες στο μέλλον.

Επισημαίνουν δε ότι το 2032 είναι κοντά και χρειάζεται από τώρα να συγκροτηθούν ισχυρές δημοσιονομικές και παραγωγικές βάσεις, ικανές να αντιμετωπίσουν το σοκ της μετάπτωσης από το σημερινό ευνοϊκό καθεστώς του ρυθμισμένου χρέους σε εκείνο της ισότιμης αντιμετώπισης όλων των υπερχρεωμένων χωρών.

Οι ίδιοι πιστεύουν ότι για να γίνει αυτό δεν αρκούν ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης της τάξης του 2%-2,5%, παρά πολύ ισχυρότεροι και ικανοί να δώσουν όντως στοιχεία και χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας στην ελληνική οικονομία.

Η κριτική του συγκεκριμένου νέου κύκλου Τσίπρα επιμένει ότι στην τρέχουσα περίοδο οι ξένες επενδύσεις περιορίζονται στη ζώνη του τουρισμού και των ακινήτων και πως απουσιάζουν τα μεγάλα πρότζεκτ, που πραγματικά θα έκαναν τη διαφορά και θα επέτρεπαν στους πολίτες να αισιοδοξούν βάσιμα για το μέλλον.

Προς επίρρωση των παραπάνω επικαλούνται ισχυρά διεθνή τραπεζικά ιδρύματα και επενδυτικά σχήματα που διερωτώνται ποιες άραγε είναι οι πραγματικά μεγάλες επενδυτικές ευκαιρίες που προσφέρει η Ελλάδα και ποια άραγε είναι τα μεγάλα νέα πρότζεκτ που θα προσέλκυαν διεθνή κεφάλαια;

Μήπως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή οι μήπως οι πωλήσεις δημόσιων περιουσιακών στοιχείων; διερωτάται ο νέος κύκλος του κ. Τσίπρα. Και έτσι επιμένουν ότι η μέχρι τώρα ασκούμενη οικονομική πολιτική είναι κατά βάση αβαθής, ευκαιριακή και κυρίως επικοινωνιακή.

Αναζητώντας τη χαμένη αξιοπιστία
Οι ίδιοι πιστεύουν ότι για να ελευθερωθεί πραγματικά η χώρα από τα βάρη της προηγούμενης οδυνηρής περιόδου της πολυετούς υποχώρησης των πάντων επιβάλλεται να συγκροτήσει γενναίες πολιτικές σύγχρονης εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης με γνώμονα τις τεχνολογικές δυνατότητες αλλά και τις νέες ανάγκες που δημιουργούν οι ορατές πια γεωπολιτικές ανακατατάξεις και η επανατοποθέτηση συνολικά της Ευρώπης στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και παραγωγής.

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι ο νέος κύκλος Τσίπρα είναι ενεργός και δυναμικά προετοιμαζόμενος για το επόμενο βήμα, το οποίο κατά τα φαινόμενα δεν θα εφάπτεται του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις εναγώνιες προσπάθειες του κ. Κασσελάκη να τον κρατήσει εντός με τις συνεχείς αναφορές στον πρώην αρχηγό.

Οπως όλα δείχνουν, ο Αλέξης Τσίπρας έχει πειστεί πια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να ηγηθεί ξανά, ούτε να ενώσει την κοινωνία. Οπως λένε οι συνεργάτες του, «δεν είναι ο Κασσελάκης ο ελέφαντας στο δωμάτιο, παρά η χαμένη αξιοπιστία του κόμματος και του χώρου συνολικά». Γι’ αυτό επιμένουν ότι «αν είναι να γίνει κάτι, αυτό θα πρέπει να γίνει εκ του μηδενός, στη βάση νέων αντιλήψεων και πεποιθήσεων για τη θέση της χώρας στον κόσμο».

Ο κύκλος επαφών και συνομιλητών
Δεν είναι τυχαίο ότι ο κ. Τσίπρας δεν συνομιλεί πια με τους περισσότερους παλαιούς συνεργάτες του. Αντιθέτως, διαβλέποντας το αδιέξοδο της αντιπολίτευσης διευρύνει τον κύκλο των συνομιλητών του στον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο. Επικοινωνεί και συνομιλεί με πολιτικούς, πανεπιστημιακούς, μικρούς και μεγάλους επιχειρηματίες, οικονομικούς παράγοντες, εγχώριους και ξένους, στρέφεται πιο κοντά σε πρόσωπα που κινούνται στην ευρύτερη ζώνη της Κεντροαριστεράς και οραματίζεται ένα σχήμα πολύ πέρα από αυτό που περιελάμβαναν οι σκληρές ιδεολογικές γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι φίλοι και οι συνομιλητές του τον περιγράφουν αλλαγμένο, διαφορετικό, ρεαλιστή, πιο κοντά στις ανάγκες και στις επιθυμίες των περισσότερων ανθρώπων. Και προφανώς μόλις οι νέες πολιτικές συνθήκες διαμορφωθούν και το επιτρέψουν, πιθανώς μετά τις ευρωεκλογές, θέλει να είναι έτοιμος να δράσει αποφασιστικά και να απευθύνει μια νέα πρόταση δυναμικής συνένωσης του ευρύτερου χώρου της Κεντροαριστεράς, της μόνης δυνατής και ικανής να συγκροτήσει κάτι νέο και αξιόμαχο να αντιπαρατεθεί και να σταθεί επί ίσοις όροις απέναντι στη μονοδρομική, όπως τη χαρακτηρίζουν οι φίλοι του, πολιτική του κ. Μητσοτάκη.

Είναι πολύ νωρίς ακόμη για βεβαιότητες, αλλά όλες οι πληροφορίες θέλουν τον κ. Τσίπρα ενεργό και δραστήριο το 2024. Μέλλει να φανεί αν όντως οι πολιτικές συνθήκες θα επιτρέψουν το άλμα που προετοιμάζει…”.