Εκεί που κάποτε διαβιούσαν ακμάζουσες κοινωνίες τώρα υπάρχει μόνο ερημιά. Απομένουν μονάχα ερείπια, μάρτυρες μία άλλης εποχής που πέρασε ανεπίστρεπτη στο παρελθόν. Είναι τα εγκαταλελειμμένα χωριά των Σερρών τα οποία για διάφορους λόγους σβήστηκαν από τον χάρτη και παραδόθηκαν στο έλεος των στοιχείων της φύσης. Στις αρχές του περασμένου αιώνα η περιφέρεια του νομού έβριθε από μικρούς οικισμούς που στηρίζονταν στον πρωτογενή τομέα για τα προς το ζην, ωστόσο φυσικές καταστροφές, η αστυφιλία, ο σύγχρονος τρόπος ζωής αλλά και πολιτικά γεγονότα σφράγισαν την μοίρα τους.

Κάθε επίσκεψη σε αυτά και ένα ταξίδι στο χτες, μπορείς να αφουγκραστείς την ηχώ μίας άλλης εποχής που πλέον πέρασε στην σφαίρα του μύθου. Δεν έμεινε κανείς πλέον να τα επισκευάσει ή να νοιαστεί για αυτά, ρημάζουν όντας στο έλεος του χρόνου.

Άνω-Κάτω Κερδύλια

Ξεκινάμε με ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα εναντίον αμάχων που διέπραξε η Ναζιστική πολεμική μηχανή στην κατοχική Ελλάδα. Για τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια ο χρόνος σταμάτησε στις 17 Οκτωβρίου 1941, ώρα 9:00 π.μ.. Δυνάμεις τις Βέρμαχτ με εφαλτήριο τον Σταυρό Θεσσαλονίκης περικύκλωσαν την περιοχή αιφνιδιάζοντας τους κατοίκους. Οι Ναζί  ήθελαν να ασκήσουν αντίποινα για τις καταδρομικές επιχειρήσεις των αντάρτικων ομάδων σε γερμανικά φυλάκια.

Συνελήφθησαν όλοι οι άρρενες 16-60, οδηγήθηκαν προς τις θέσεις Αλώνια και Κούτρες όπου εκτελέστηκαν. Τα γυναικόπαιδα κρατήθηκαν προσωρινά στα σχολεία όπου λίγο αργότερα τους επετράπη να διαφύγουν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.  Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν και οι υπερήλικες που οδηγήθηκαν στο κτήριο της κοινότητας. Αμέσως μετά τα κτήρια πυρπολήθηκαν από τους Γερμανούς αφού είχε προηγηθεί πλιάτσικο, όσοι επιβίωσαν έθαψαν τους νεκρούς κατ εντολή των αξιωματικών της Βέρμαχτ.

Εκείνη την αποφράδα ημέρα τα Κερδύλια έπαψαν να υπάρχουν, ο αριθμός των θυμάτων κυμαίνεται μεταξύ 214-230 ατόμων εξαιτίας των αντικρουόμενων δεδομένων από ιστορικούς και αρμόδιες αρχές. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με Προεδρικό Διάταγμα, εδώ και καιρό βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια συγγενών των θυμάτων και επιζώντων για την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων όμως το Γερμανικό δημόσιο αρνείται πεισματικά την ικανοποίηση του αιτήματος.

Τα δύο χωριά δεν αναδομήθηκαν, σήμερα στο σημείο στέκουν μόνο ερείπια και το μνημείο υπέρ των πεσόντων που έστησαν οι συγγενείς τους.

Το 1955 οι επιζώντες έχτισαν το σημερινό χωριό των Νέων Κερδυλίων το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως μαρτυρική κοινότητα.

Καρυές/ Μπάνιτσα

Ταραχώδης είναι και η ιστορία των Καρυών ή Μπάνιτσας όπως ήταν γνωστή στα Σλάβικα. Χτισμένες στους πρόποδες του Μενοικίου οι Καρυές ή ότι έχει απομείνει, απέχουν μερικά χιλιόμετρα βόρεια της Ορεινής. Δημοφιλής προορισμός για πεζοπόρους οι οποίοι επισκέπτονται την περιοχή για την μοναδική θέα αλλά και για να περιηγηθούν έστω και νοερά στο άλλοτε γεμάτοι ζωή χωριό. Κύρια αξιοθέατα το πέτρινο γεφύρι και το κωδωνοστάσιο του Ναού Αγίου Δημητρίου το μοναδικό καλά διατηρημένο κτήριο που έχει απομείνει. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και την εξόρυξη, Σύμφωνα με τοπική προφορική παράδοση, την οποία μετέφερε ο Βούλγαρος γλωσσολόγος Γιορντάν Ιβάνοφ, το χωριό καταστράφηκε από την πανώλη, ενώ στη συνέχεια χτίστηκε εκ νέου από κατοίκους προερχόμενους από τα γειτονικά χωριά.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μπάνιτσα βρέθηκε στο επίκεντρο διαμάχης μεταξύ Εξαρχικών και Ελληνορθόδοξων. Στην Μπάνιτσα βρήκε τον θάνατο ο Βούλγαρος επαναστάτης Γκότσε Ντέλτσεφ, ο οποίος σκοτώθηκε στη διάρκεια αψιμαχίας με οθωμανικές αστυνομικές δυνάμεις στις 4 Μαΐου 1903. Η Μπάνιτσα έπεσε σε μαρασμό μετά την συνθήκη του Νεϋγι οπότε Ελλάδα και Βουλγαρία προχώρησαν σε ανταλλαγή πληθυσμών. Το οριστικό πλήγμα ήρθε όταν άντρες του Ελληνικού στρατού πυρπόλησαν τον οικισμό.

Το 2020 η Βουλγαρία απεύθυνε αίτημα στην Ελλάδα για την ανέγερση ανδριάντα του Γκότσε Ντέλτσεφ στις Καρυές.

Καστρί

Βρισκόταν στα Κερδύλια όρη κοντά στον Τράγιλο. Σταδιακά εγκαταλείφτηκε, οι κάτοικοι του μετοίκησαν στην Ευκαρπία. Σήμερα υπάρχουν μόνο ερείπια και μερικές διάσπαρτες κτηνοτροφικές μονάδες. Το σημείο επισκέπτονται προσκυνητές της τοπικής Μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

Καπετανούδι

Στα όρη της Βροντούς σε ύψους 700 μέτρων βρισκόταν το Καπετανούδι. Αρχικά ήταν γνωστό με το όνομα Μαραμούρ. Μετονομάστηκε σε Καπετανούδι το 1926 και δύο χρόνια αργότερα βρήκαν καταφύγιο πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Το 1951 εγκαταλείφθηκε εντελώς.

Κρασοχώρι

Γνωστό και ως Λέχοβο βρισκόταν σε υψόμετρο 510 μέτρων στους δυτικούς πρόποδες του Ορβήλου όρους. Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και τον προσδιορισμό των ελληνοβουλγαρικών συνόρων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, ο οικισμός περιήλθε στην ελληνική επικράτεια. Οι κάτοικοί του τον εγκατέλειψαν και ίδρυσαν νέο οικισμό με το ίδιο όνομα, περίπου 1 χιλιόμετρο βορειότερα, σε βουλγαρικό έδαφος.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940 ο οικισμός εκκενώθηκε, λόγω των στρατιωτικών επιχειρήσεων και της επικείμενης γερμανικής εισβολής. Κατά την περίοδο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, στο Κρασοχώρι είχε εγκατασταθεί η 7η Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Τα μεταπολεμικά χρόνια, ο οικισμός παρέμεινε απομονωμένος από τον υπόλοιπο νομό Σερρών, λόγω χαρακτηρισμού της ευρύτερης περιοχής ως στρατιωτικής απαγορευμένης ζώνης έως το τέλος της δεκαετίας του 1980.

Τα ερείπια του οικισμού λιθολογήθηκαν και οι πέτρες χρησιμοποιήθηκαν σε νεότερες κατασκευές στα γύρω χωριά. Παρ’ όλα αυτά, εντοπίζονται εύκολα έως και σήμερα τα χαλάσματα του σχολείου, της εκκλησίας, καθώς και ολόκληρο το καμπαναριό.

Δρυονοχώρι

Εως το 1927 ήταν γνωστό και ως Κιραμλή. Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, ο οικισμός περιήλθε στην ελληνική επικράτεια και με την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 οι Τούρκοι κάτοικοι αποχώρησαν. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοι μετακόμισαν στην Καρπερή Σερρών.

Κρυοπηγή

Η Κρυοπηγή, έως το 1927 ήταν γνωστή και ως Τρεστενίτσα. Βρισκόταν σε υψόμετρο 190 μέτρων  στις νοτιοανατολικές παρυφές του Μενοικίου. Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, ο οικισμός περιήλθε στην ελληνική επικράτεια και κατά την ελληνική απογραφή του 1913 είχε πληθυσμό 154 κατοίκων. Κατά τη δεκαετία του 1960, λόγω πολλαπλών καθιζήσεων του εδάφους, οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και μετοίκησαν σε γειτονικά χωριά. Έτσι, στην απογραφή του 1971 καταγράφεται μόλις ένας κάτοικος. Το χωριό καταργήθηκε οριστικά το 1991.

Λευκοθέα

Στο παρελθόν ήταν γνωστή με την επωνυμία Δράτσοβο. Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, ο οικισμός περιήλθε στην ελληνική επικράτεια και κατά την ελληνική απογραφή του 1913 είχε πληθυσμό 168 κατοίκων. Το 1915, λίγο πριν από τη Β΄ Βουλγαρική Κατοχή, ο πληθυσμός ανέρχονταν σε 228 κατοίκους. Το χωριό εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960, έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Οι κάτοικοι μετεγκαταστάθηκαν σε κοντινή τοποθεσία με χαμηλότερο υψόμετρο, σε απόσταση 2.5 χλμ. προς νοτιοανατολικά, δίπλα από την Σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Αλεξανδρούπολης. Ο νέος οικισμός αναγνωρίστηκε το 1971 ως Σταθμός Λευκοθέας.

Σήμερα, το χωριό είναι εντελώς ερειπωμένο και όλα σχεδόν το σπίτια έχουν καταρρεύσει. Σε καλύτερη κατάσταση βρίσκεται το κτίριο όπου στεγαζόταν το σχολείο, καθώς και δύο εκκλησίες.

Αετοφωλιά

Η Αετοφωλιά, έως το 1927 γνωστή ως Μουσατζιαλή. Ο οικισμός περιήλθε στην Ελληνική επικράτεια και το 1920. Ο οικισμός καταργήθηκε τυπικά το 1940, όταν έπαψε να καταγράφεται στις ελληνικές απογραφές.

Σήμερα, στην τοποθεσία του εγκαταλελειμμένου οικισμού υπάρχουν τα ερείπια των σπιτιών που υπήρχαν κάποτε εκεί

Με πληροφορίες από το WIKIPEDIA.gr