Γράφει ο Κώστας Πασχάλης

Η ιστορία του Έλληνα εμποράκου  χάνεται στα βάθη των χρόνων,  καθώς από τα χρόνια ακόμη της τουρκοκρατίας το μοναδικό αυτό «είδος» μεταπράτη, βρίσκει εύφορο έδαφος για να καρπίσει και να πολλαπλασιαστεί όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο. Χαρακτηριστικό «δείγμα γραφής»  είναι ο μπακάλης που κατά σύμπτωση είναι πάντα ρωμιός.  Παντοπώλης και παράλληλα λίγο πανδοχέας, λίγο σαράφης, λίγο μεσίτης, λίγο πιστωτής και γενικώς λίγο από όλα.  Αποτέλεσμα της πολυσχιδούς και ιδιαίτερα αποδοτικής αυτής ενασχόλησής του είναι να γίνει η ιδιότητα του μπακάλη συνώνυμη του τυχοδιώκτη, του καταφερτζή, του κατεργάρη.

Οι  χαρακτηρισμοί αυτοί παρότι κακεντρεχείς και ακραίοι δεν απείχαν πολύ από την πραγματική εικόνα, αλλά από την άλλη είναι σαφές πως δήλωναν την ικανότητα έως επιτηδειότητα του ρωμιού να επιβιώσει με κάθε τρόπο και μέσο σ’ ένα εχθρικό έως αφιλόξενο περιβάλλον.

Ο μουσουλμάνος ήταν τύποις ο θεματοφύλακας της Αυτοκρατορίας, ο χριστιανός όμως αν και εφόσον ήθελε να αποκτήσει σεβασμό, κύρος και άνεση να πληρώνει τα «μπαξίσια» έπρεπε να έχει χρήμα. Αυτό ήταν που τον έκανε να έχει τον απόλυτη έλεγχο κάθε επικερδούς επαγγελματικής δραστηριότητας.

Η ιδιότητα του μπακάλη, ως ελεύθερου μεταπράτη μικροεπαγγελματία, θα παραμείνει κυρίαρχη και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, διατηρώντας εν πολλοίς τα προηγούμενα χαρακτηριστικά του.

Σε μία χώρα που ήταν μονίμως ρημαγμένη και χρεωμένη με υποτυπώδη βιομηχανική παραγωγή, η επιβίωση προϋπέθετε δύο πράγματα:

  • Το πρώτο να «τρυπώσεις» στο δημόσιο με τη διαμεσολάβηση του βουλευτή ή του «μπάρμπα από την Κορώνη».
  •  Το δεύτερο να ανοίξεις ένα μικρομάγαζο για να «στεγάσεις» τις ελπίδες σου,   για αξιοπρεπή διαβίωση.

Το εχθρικό και αφιλόξενο περιβάλλον παρέμενε, μόνον που τώρα έφερε τη σφραγίδα του ελληνικού κράτους. Ενός κράτους που οι διοικητικοί του μηχανισμοί χάνονταν σε δαιδαλώδεις διαδρομές απίστευτης γραφειοκρατίας που θεωρούσε και αντιμετώπιζε τους πολίτες του ως «υποτελείς». Απέναντι σ’ αυτό το κράτος ο μπακάλης και ο κάθε ένας που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο το πρώτο πράγμα στο οποίο «εξασκούνταν» πριν καλά καλά ξεκινήσει τη δραστηριότητά του ήταν πώς θα ξεφύγει από τις δαγκάνες του.

Ανέκαθεν το κυρίαρχο στοιχείο μεταξύ κράτους και ελεύθερων επαγγελματιών  ήταν η σιωπηλή παραδοχή και αποδοχή από τις δύο «αντιμαχόμενες» πλευρές , της  στρεβλής αντίληψης (μία από τις πολλές που κατέτρεχε το ελληνικό δημόσιο)  που ήθελε το μεν κράτος να κάνει πως διοικεί, ενθυμούμενο κατά καιρούς την φοροκλοπή και τους επαγγελματίες να «επενδύουν» στη φοροδιαφυγή, διατηρώντας στο μέτρο του δυνατού τα προσχήματα. .

Όταν η περίεργη αυτή ισορροπία αμφισβητούνταν έμπαινε σε λειτουργία το «μπαξίσι» ή οι υψηλές «διαμεσολαβήσεις»  και αμέσως επέρχονταν ο συμβιβασμός.

Οι όροι του παιχνιδιού άρχισαν αν διαφοροποιούνται  από τη στιγμή που η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή κοινότητα. Ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής οικονομίας, που τέθηκε ως απαράβατος όρος από τους ευρωπαίους εταίρους επέβαλε σειρά από  κανονιστικές διατάξεις, νομοθετικές ρυθμίσεις, τροποποιήσεις επί τροποποιήσεων, καταθέσεις αλληλεπικαλυπτόμενων νομοσχεδίων, αυστηροποιήσεις ελέγχων, που σε συνδυασμό με τη ραγδαία εξέλιξη των ηλεκτρονικών εφαρμογών, ναρκοθέτησαν κυριολεκτικά την μικρομεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα.

Από το 2000 και εντεύθεν η αντιπαράθεση μεταξύ κρατικών μηχανισμών και ελεύθερων επαγγελματιών έχει προσλάβει πολεμικό χαρακτήρα.

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες επωμίζονται πλέον όλα τα δεινά της χώρας. Βάλλονται πανταχόθεν. Μάλιστα η τωρινή κυβέρνηση, υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα, τους ανέδειξε εν χορδαίς και οργάνοις, ως τον εχθρό που πρέπει πάραυτα να παταχθεί.  Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, τουλάχιστον για τη σημερινή κυβέρνηση, δεν είναι τίποτα άλλο από κοινοί και ασυνείδητοι κλέφτες που λειτουργούν σε βάρος της οικονομίας και του κράτους, που φοροκλέπτουν που φοροδιαφεύγουν, που γενικώς λειτουργούν εναντίον του δημοσίου συμφέροντος. Και οι επαγγελματίες, από τη μεριά τους, απαξιωμένοι και δακτυλοδεικτούμενοι  έχουν κλειστεί στα χαρακώματα προσπαθώντας να σωθούν από τον καταιγισμό των πυρών.

Και όλα αυτά παραγνωρίζοντας σκοπίμως πως οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες επέλεξαν το δρόμο της αγοράς, που σημαίνει έναν καθημερινό και σκληρό αγώνα για την επιβίωση, γιατί αυτή ήταν η μοναδική τους διέξοδος. Μία διέξοδος που ένα σημείο και μετά γίνεται μονόδρομος τον οποίο και πρέπει να υπηρετήσουν μέχρι τέλους. Σε βάρος των ιδίων, σε βάρος της οικογένειάς τους, σε βάρος της υγείας τους, σε μια εποχή που τα «μπερεκέτια» έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, σε μια εποχή που ο αθέμιτος ανταγωνισμός τόσο από τα πολυκαταστήματα όσο και από τη «μαύρη αγορά» είναι αδυσώπητος.

Η στόχευση σε βάρος των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων, που, κατά γενική ομολογία, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας, γίνεται ακόμη εμφανέστερη εάν αναλογιστούμε τη δυσμενή μεταχείριση των αυτοαπασχολουμένων έναντι των εταιρειών:

Παρότι η μεγάλη πλειοψηφία των εταιρειών στην Ελλάδα είναι ζημιογόνες, υπαγόμενες μάλιστα σε ευνοϊκότερους φορολογικούς συντελεστές έναντι των ατομικών επιχειρήσεων, ουδείς κυβερνητικός παράγων προβληματίστηκε για το πώς οι εταιρείες αυτές επιβιώνουν.

Αντιθέτως, μόνοι οι αυτοαπασχολούμενοι καλούνται, εκόντες άκοντες, να εμφανίζουν κερδοφορία και δη σε ετήσια βάση.

Ταυτόχρονα, την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση εδώ και χρόνια μηνύει προς κάθε κατεύθυνση  ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής θα επιτευχθεί με τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου και άλλα μέσα ηλεκτρονικής παρακολούθησης των εισοδημάτων (mydata, αυτόματη σύνδεση ταμειακών μηχανών με υπουργείο Οικονομικών, POS κ.λπ.), ομολογεί την πλήρη αποτυχία των μέτρων αυτών, (το κόστος των οποίων έχουν επωμισθεί  οι επαγγελματίες) καθώς επιλέγει να επιστρέψει στα ξεπερασμένα, άδικα και ισοπεδωτικά μέτρα τεκμηρίων.

Ουσιαστικά και με πρόσχημα τη φοροδιαφυγή η κυβέρνηση με τα μέτρα που έχει εξαγγείλει οδηγεί  σε επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και σε αφανισμό τους πιο αδύναμους οικονομικά ελεύθερους επαγγελματίες και τη μεσαία τάξη, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει – αφήνει στο απυρόβλητο τα μεγάλα εισοδήματα (καύσιμα, μερίσματα, συγκέντρωση κεφαλαίου κ.ο.κ.), που μπορούν να συνεισφέρουν ουσιωδώς στον κρατικό προϋπολογισμό.

Σε κάθε περίπτωση ο επικείμενος αφανισμός μίας οικονομικής τάξης που απετέλεσε τον κινητήριο μοχλό της ελληνικής οικονομίας για δεκαετίες, είναι βέβαιο πως θα λειτουργήσει ως «μπούμερανγκ» για την κυβέρνηση αλλά και για την ίδια την κοινωνία, καθώς θα βρεθεί απέναντι στο επαγγελματικό αδιέξοδο χιλιάδων εργαζομένων, των οποίων η περιθωριοποίηση θα λειτουργήσει ως βραδυφλεγής βόμβα για την οικονομία.

Κώστας Πασχάλης

πηγή: https://www.anexartitos.gr/ellinas-emporakos-eidos-ypo-exafanisi